Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

The Gypsy

You took my hand and broke the spell that should 've let me go 

And the gypsy then said
About the life I led,
About traversing the plains,
Of how we crossed our lanes.

Into his gaze I stared,
His words of pyre made me scared,
My life tandalising, out of the gutter,
And I did nothing of matter.

That sultan of the time swung in my mind
And reality struck me from behind
The need to live came as a stormbringer,
I stood alone, and helpless I now linger.


I came to you, a lifetime has passed
You told me to fight my demons, and so I rushed
A mind of evil drowned into a sea of wine
And I picked up what still was mine.

My old friend, we will meet again,
When my need for you is once again profane.
May that time be the longest of dreams
And my I weave my life's seams.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Το τραπέζι της επανάστασης


Ένα τραπέζι γεμάτο μιζέρια
Η μαύρη νεφέλη μας περικυκλώνει
Και να αναπνεύσουμε διόλου δε μπορούμε.

Έπαιξαν το παιχνίδι τους, κέρδισαν τελικά.
Όλοι βγήκαμε από αυτό, γρήγορα ή σιγά.
Και όλοι κλειστήκαμε στου εαυτού μας τα δρομάκια.

Όλοι συγκρατηθήκαμε,  και παίξαμε οδεύοντας στην ήττα.
Κανείς μας δεν έδωσε ό,τι δεν είχε.
Και τώρα όλοι μας μείναμε χωρίς τίποτα.

Αχ, και μία λάμπα θυέλλης να υπήρχε εκεί,
Να μας ξυπνήσει απ' το φόβο,
Καρδιά να μας δώσει ξανά.

Μα υπάρχει - μέσα μας βαθιά,
Κρυμμένη απ' την πίσσα που καταπίνουμε
Οι ανόητοι που νομίζουμε στους Μεσσίες.

Πάντα περιμένουμε τη λάμπα να μας ξυπνήσει,
Μα μέσα μας δεν κοιτάμε-
Είμαστε πολύ σοφοί για παιδιαρίσματα.

Κι όμως, μέσα στη ζάλη και τη θλίψη
Σηκώθηκε ο ένας, έπαιξε τα πάντα
Και τα κέρδισε πίσω.- Αυτός είσαι εσύ.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Infinity's Edge

But I know I won't forget your beauty, my black diamond

In the dark you dwelled too long
Light has missed your eyes
Above the fallen sky
A lonesome soul cries

Your time is marching on
To the end of pain
But is there still hope
In a bed of roses lain?

Rebellion has started, sweet Calliope,
And the Muses send regards
More than anything, a blessing
For our phoenix to rise from its shards

Time bestows us with life
Unsure whether evil or divine
The silver star of death
Sends you the wrath of mine

To live while a prisoner of hate?
I utterly choose to love

The war has ended, my sorrow and bliss
And peace descends as a white dove

Come back from the dark,
Live again on this good earth!
By all that I hold dear

I beg for your rebirth,
 My Persephone, my Infinity.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Decadence

Why, your soul's gone wrong and your hope has run dry.


Αργά, και πάλι βουλιάζοντας στα στρωσίδια,

Μία τούφα και λίγος καπνός μπερδεύονται στα μάτια.

Μου λείπεις. Και δε θα καταλάβεις πόσο.


Και δεν ξέρω ποιο είναι χειρότερο.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

The Styx of Faltered Hopes

My fragile dreams would be broken for you.

Oh, it's night once more.
The feeling of fear crawling
Behind your neck,
Ready to grab you drag you through the wall.

Your breath is cold and your image is burning,
Your bloodshot eyes fill with tears.
You're screaming for someone to rescue you,
To help you fight all your fears.

Still, none to be a saviour,
And why should they?
It wasn't them that let you down,

Forgot you by the first sun ray.
 
You left the light to pursue the darkness,
You trusted your shadow in the dark,
And when the ship of pain was flooding,
You fell off the edge of the ark.

Fear of the world, tear after tear,
You left what loved you, what wanted you near.
Fear of the world, foretold by the seer,
You were single-minded and to your pleasure blinded.

A smile without a name, a loss just over your game,
Your evil dreams may just come true.
What you aspire, and who you are ain't the same.
The Styx of Faltered Hopes drowned you too.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Turn Up The Night




 Καθιστός στο σαλόνι του, ο Αχιλλέας ανάδευε αναμνήσεις, φαντάσματα του παρελθόντος, τα οποία τον στοίχειωναν και τώρα. Ξάπλωσε στον ξεφτισμένο καναπέ, έβγαλε τις μπότες του και, με το τσιγάρο στο στόμα, χάθηκε μέσα στον καπνό και τις θύμισες.

   «Μαργαρίτα, πού πας;», ρώτησε γελώντας ο 16χρονος Κώστας. Βραδάκι Χριστουγέννων, κι όλοι είχαν αράξει στο μπαράκι, γελώντας, πίνοντας και τραγουδώντας. «Βγαίνω να πάρω ένα τηλέφωνο, ξανάρχομαι», απάντησε κι εκείνη εύθυμα. Έξω στο δρόμο, με την πάχνη να σχηματίζει λοφίσκους στο πεζοδρόμιο, η κοπέλα έβγαλε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του ατόμου που έλειπε. Ξάφνου, μέσα στο άδειο δρόμο, ακούστηκε μια γνώριμη μελωδία. Και πριν καταλάβει η Μαργαρίτα ότι ήταν ο ήχος κλήσης του Αχιλλέα, δύο χέρια την αγκάλιασαν από πίσω και δυο χείλη άπλωσαν το ζεστό φιλί του στο μάγουλό της.

   Το τσιγάρο τέλειωσε, κι οι στάχτες έπεσαν στη μπλούζα του. Ο Αχιλλέας σηκώθηκε να τις τινάξει και να στρίψει ένα καινούριο, με ένα χαμόγελο να σκίζει το κατά τ’ άλλα θλιμμένο πρόσωπό του.

    Γυρνώντας να τον αντικρύσει, τα χείλη τους ενώθηκαν, όπως είχαν κάνει και το προηγούμενο βράδυ. Όταν χωρίστηκαν, ο Αχιλλέας την κοίταξε με ένα βλέμμα σα να ήθελε να τη χόρταινε. Μα αυτό ήταν αδύνατο, μία αιωνιότητα απλά δεν ήταν αρκετή. Η κοπέλα τον κοίταζε κι αυτή, με μία καλοσυνάτη ματιά, σα να κρατούσε τη δύναμη να κάνει τη ζωή του να αξίζει. «Πώς είσαι;», με ένα κλείσιμο του ματιού της. «Μπορούσα και καλύτερα, αλλά είμαι και πάλι καλά», της είπε με ένα κουρασμένο χαμόγελο. «Όλη μέρα έτρεχα για τους δικούς μου, να τους κάνω χάρες και να πεταχτώ όπου ήθελαν, και πάλι δεν ικανοποιήθηκαν…» Με το που τέλειωσε την πρόταση, το πρόσωπό του είχε γεμίσει το συναίσθημα της ανεκπλήρωτης επιθυμίας για αναγνώριση. Η κοπέλα το εντόπισε αυτό, και του σήκωσε το πηγούνι, λέγοντας: «Έι! Μην ανησυχείς, το έχουν αναγνωρίσει, είμαι σίγουρη.» Και, βλέποντάς τον έτοιμο να μιλήσει, συνέχισε βιαστικά: «Δεν είναι η πρώτη φορά, το ξέρω. Αλλά μην ανησυχείς. Πάντα το καταλαβαίνουν.» Τον κοίταξε κατάματα. «Δε σε θέλω λυπημένο, σε παρακαλώ… Η αγάπη θέλει γέλιο! Πάμε μέσα να περάσουμε καλά και θα δεις,
όταν χαίρεσαι, το μυαλό σου αγγίζει λίγη απ’ την ουσία του Θεού».

   Λίγη απ’ την ουσία του Θεού.
Αυτή η φράση, η οποία τον έκανε να αγαπήσει τη Μαργαρίτα όσο τίποτα εκείνη τη στιγμή, τον έκανε να βουρκώσει. Ο Αχιλλέας έκλαιγε και γελούσε ταυτόχρονα, ανήμπορος να σταματήσει το ένα από τα δύο, αδυνατώντας να ελέγξει τα συναισθήματά του. Ψέλλισε Μαργαρίτα με τον κόμπο στο λαιμό να ανεβαίνει επικίνδυνα στο σημείο του ξεσπάσματος. Μου λείπεις, η σκέψη του. Πήγε κι έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Πήρε τηλέφωνο τους φίλους του. Χρειαζόταν να βγει, να ξεσκάσει και να γελάσει με αυτούς που θα έπαιρναν τη λύπη και θα τη μετέτρεπαν σε χαρά.  

  Η αγάπη θέλει γέλιο. Σ' αγαπάω τόσο πολύ, όμορφή μου Μαργαρίτα. Θα σε δω το βράδυ, θα σε πάρω αγκαλιά, θα ενώσουμε χείλη και θα σου φωνάξω ότι σ' αγαπάω