Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Above dreams of pleasure

  Shall we sail off the edge of the world
Fall forever and never look behind

Και, όχι, δε θα το δεχθώ,
Ένα δεύτερο ακόμα μακρυά σου.
Μία στιγμή, μιαν ιαχή πολέμου.
Ένας Τρωικός Πόλεμος στο Ίλιον
Μαίνεται στα πόδια σου, ωραία Ελένη,
Κι εσύ, τυφλωμένη απ' τον Πάρη, παρακολουθείς.

   Βλέπω τον άσπρο σου χιτώνα,
Μέρος της θεϊκής θωριάς σου,
Ορόσημο της παρθενίας, της ωραίας σου ψυχής.
Πράγματι, πώς να μην ερωτευτώ
Μια του Ολύμπου κόρη; Μία
Γυναίκα, της Αφροδίτης ένα παιδί;

   Ο πόλεμος μαίνεται, ιέρειά μου,
Και το μέλλον γίνεται παρελθόν.
Εξήντα μέρες κλειδωμένος στον Ουρανό,
Κι η Αθηνά μου παραδίδει τα όπλα του Αχιλλέα.
"Κατέβα στο Σκάμανδρο ποταμό, κάνε τις αριστείες,
νιώσε το αίμα να κυλάει στις άδειες σου αρτηρίες".

   "Είμαστε ένα ψέμα, μια απεικόνιση
του τίποτα. Μια κενή έκφραση, ψίθυροι ξεχασμένων ψαλμών".
Έτσι μου είχες πει.

Ο ανόητος, πόσο πολύ σε πίστεψα,
Και ούτε προσπάθησα, με λίγο δόλο,
Τα δάκρυα να συγκρατήσω.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Setting in at dawn

Promises are spoken, and promises are broken, electric eyes that never let you see them in the day 

When you go to bed at night
You have no idea what's coming next
But throught the stained glass comes light
Keeping you awake thoughout the hex
   - Call it Deum Ex

When you try to rest your soul and eyes
Setting down your mind, late at dawn
Yet, the Styx of time flows and flies
Off the window, forever foregone
   - And never withdrawn

Each night bears a thousand cries
Each day tells a thousand nights

Watching, waiting for sleep
To come get you by
While the thoughts and fears
Kiss your bliss goodbye
   - And never ask you why

Your train of thoughts just departed
And you 're alone in the dock

Your ticket, where everything started,
Bears witness to your shock
   - You 're starting to run amock!


Each night has cloudy skies
Each night has rainfalls of greatest size

A thousand nights
Each night tells a thousand lies

Hey, child of fear
Be brave and hold your tear!
Your fears are all lies
Each day has a thousand nights

In each breath of life, don't believe what you see
Reality's you, be who you want to be
So let me just advise
Don't hide under a disguise

Each day has a thousand nights

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

But, still (The sea)

Since the edge of time
Till the age of Gold
People enslaved their souls
Hearts were destroyed and minds were sold

Stars collide, planets are covered with strife
Atoms unite, together create life
Cities became villages, they became homes
People bewared others, and fractured their bones

But, still, the sea continues to be
Still, life proves reality
Still, she encircles mortal's mind
Inside her immortality

Thunder and rain were thought as our Gods
Stargazers sought fatality's end
People used to praise stone and steel
And never aspired their knowledge to extend

Then, imagination generated
And developed a brute's train of thoughts
Yet, a body always changes shape,
Though a soul inside it rots

But, still, the sea continues to be
Still, life proves reality
Still, she encircles mortal's mind
Inside her immortality

So, watch out,
 for your light might burn out!
So, look out,
 'cause the world's a place not to hang around!
So, find out
 if your frantic life's getting better
And you'll live out
Your age's adverse hatred

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Can I play with madness?


   Αυτά ήταν τα λόγια του, και ένιωθε μέσα του πως είχε δίκιο. Δεν είχε καν σκεφτεί την πιθανότητα πως θα συνέβαινε το επόμενο.

   «Αλήθεια;», άστραψε και βρόντηξε ο γέρος τρελός που καθόταν στο τραπέζι κοντά στο παράθυρο. «Αλήθεια δε μπορείς να νιώσεις την τρέλα να κατακλύζει το κορμί σου, σαν το δηλητήριο που νοθεύει το αίμα; Αυτήν την απίστευτη καθαρότητα του μυαλού που σου προσφέρει μία στιγμή παράνοιας;», φώναζε καθώς πέταξε την καρέκλα και τρεκλίζοντας σηκώθηκε πάνω. «Άφησε τη λογική! Πέτα την από το μυαλό σου! Αγκάλιασε τη νέα σου, απελεύθερη ζωή!»


   Ο Αχιλλέας, έχοντας ζήσει με τους δικούς του για αρκετό καιρό ώστε να μάθει τα κουμπιά που δεν πρέπει να πατήσει, πήρε στωικό ύφος, και δήλωσε ήρεμα «Δε μπορείς να ζήσεις φτερό στον άνεμο. Πάντα κάτι θα υπάρχει από πίσω να σε ωθεί. Κάτι βαθιά μέσα σου να σε κατατρώει. Δεν υπάρχει ραγισμένος βράχος δίχως κύμα, και δεν υπάρχει κύμα χωρίς ρεύμα. Θα υπάρχει πάντα κάτι που σε κινεί να ενεργήσεις,  μία λογική εξήγηση για τις πράξεις σου, είτε καλές είτε κακές.» Ενόσω μιλούσε, δεν κοίταξε ούτε μία φορά τον τρελό (“ψωριάρη” τον είχαν χαρακτηρίσει οι θαμώνες του μπαρ). Έστριβε το τσιγάρο του, και δεν πρόσεξε τον πονεμένο άνδρα, ο οποίος τον κοιτούσε με ένα παράξενο βλέμμα. Θύμιζε οίκτο ανάμεικτο με κατανόηση, κι όταν, επιτέλους, τελείωσε την ασχολία του κι έβαλε το τσιγάρο στο στόμα του, έτοιμος να γευθεί τη γλυκιά γεύση του θανάτου, πάγωσε με το πονεμένο χαμόγελου εκείνου του μεθύστακα γέρου με τα ψαρά μαλλιά, εκείνου του σατράπη του χρόνου, ο οποίος έμελλε να αλλάξει τη ζωή του νέου που είχε μπροστά του.


   «Σε καταλαβαίνω, φίλε μου. Είμαι σίγουρος πως ό,τι λες και κάνεις, έχεις κάποιο λόγο για αυτόν. Ίσως, όταν ήσουν παιδί, κάποιος σου έκλεψε την αθωότητά σου λίγο νωρίτερα από όσο έπρεπε, ίσως το να μεγαλώσεις δεν ήταν επιλογή σου τελικά.» Σταμάτησε για μία στιγμή, οσμίστηκε τον αέρα, όσο πιο καθαρό μπορούσε να του προσφέρει ένα ποτείο κι ένας οίκος ανοχής από πάνω. «Έχω περάσει στη ζωή μου πολλά περισσότερα από όσα μπορείς να φανταστείς ή να καταλάβεις. Έχω δει τον κόσμο μου να καταστρέφεται τόσο γρήγορα όσο ένας χτύπος μιας καρδιάς. Η ευτυχία είναι κάτι τόσο ασταθές και παροδικό, που αρκεί μία στιγμή για να τη χάσεις.» Ξαφνικά, ο γέρος του άστραψε ένα τέτοιο χαμόγελο, που ο Αχιλλέας σάστισε. «Μα κι η δυστυχία το ίδιο παροδική είναι!», φώναξε. «Κάθε συναίσθημα, κάθε σκέψη, κάθε κατάσταση της ψυχής επηρεάζεται από τις στιγμές μας, αυτές τις μικρές σταγόνες του ωκεανού της ζωής μας! Μπορούμε να είμαστε λυπημένοι για πολύ καιρό, να ξεφυσάμε, να δακρύζουμε και να ξεσπάμε, ή μπορούμε να σηκωθούμε από το φορτίο των βασάνων μας, να τα πολεμήσουμε και να ονειρευτούμε τα πράγματα που μας  κάνουν να χαμογελάμε! Μπορούμε να είμαστε κολλημένοι σε ένα θλιμμένο παρελθόν, από το οποίο θα απομυζήσουμε μόνο κακές θύμησες, ή να το προσπεράσουμε και να ατενίσουμε το αισιόδοξό μας παρόν! Και, πίστεψέ με, ζήσε για το παρόν, γιατί το παρελθόν έφυγε και το μέλλον ίσως να μην έλθει ποτέ.» Κι εκείνη τη στιγμή, το χαμόγελο μετατράπηκε σε παρανοϊκό γέλιο, που όμοιό του ο Αχιλλέας δεν είχε ξανακούσει: «Είναι τρελό, πράγματι. Μα τα πάντα είναι τρελά σε έναν λογικό κόσμο! Τα πάντα! Από το περπάτημα των στρατιωτών που πηγαίνουν να υψώσουν τη σημαία το χάραμα, έως τον πιο ψυχωτικό φόνο που διαπράχθηκε ποτέ, όλα είναι  μία πλάκα! Η ζωή είναι μία πλάκα! Οτιδήποτε απέκτησε ποτέ αξία κι έγινε αντικείμενο πόθου, δεν είναι παρά μία πλάκα, για να δείξει πόσο μάταιη είναι η λογική επιδίωξη για ατομική χαρά! Γιατί δε βλέπεις την αστεία πλευρά; Γιατί--» Έκοψε το λόγο του, πάγωσε το γέλιο του. Σε ένα δευτερόλεπτο γεμάτο σιωπή κι ένταση, στο γεμάτο από μέθυσους και πόρνες μπαρ, ο τρελός γέρος άλλαξε το χαμόγελό του με ένα πρόσωπο γεμάτο ανείπωτο πόνο. Δάκρυα κατέκλυσαν τα μάτια του, το σαγόνι του έτρεμε από την ένταση. Το χαμόγελο, όμως, έμεινε εκεί, τοπίο ενός παράδοξου πίνακα… «--Γιατί δε γελάς;», ρώτησε.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Το όνειρο

Αν ξαφνικά - ξαφνικότατα, θα έλεγα
Τη νυχτιά που θα κοιμάσαι
Σαν όνειρο ελθεί,
Απρόσμενο, ακατάβλητο,
Κι απ' το λήθαργο σε βγάλει,
Μην το κάνεις πέρα.

Προπαντός, μην κλείσεις
Τα καστανά σου μάτια
Και το μήνυμά του χάσεις.
Άσε το να σου πει την ιστορία,
Κάτι ξέρει παραπάνω∙ μετά,
Αν αδιαφορείς, ξανακοιμήσου.

Άσε το να σου μιλήσει,
Τον κρυφό σου πόνο να σού πει∙
Θύτες και θύματα θα υποδυθεί,
Την ιστορία του να εμπλουτίσει.
Κάθισε θεατής πρώτης σειράς,
Κι ακολούθησε το μονοπάτι.

Άσε το την αλήθεια να σου ψιθυρίσει,
Σα γάργαρη πνοή ενός μέρους που λησμονισμένο έχεις.
Μη λανθάνεσαι, δεν είσαι μόνο θεατής.
Είσαι ο τραγικός ήρωας του έργου της ζωής σου.
Το όνειρο, κομμάτι δικό σου, πάντα θα σου θυμίζει
Το σενάριο που έγραφες, κάποια έτη φωτός μακρυά.

Ξανακοιμήσου τώρα, ανόητε!
Η πόρτα ανοίχθηκε μπροστά σου.
Κι εσύ, από φόβο μην ξαναγεννηθείς
Άλλος άνθρωπος, ελεύθερος και παντογνώστης,
Το βήμα δεν κάνεις, γυρνάς πίσω∙ κοιμήσου,
Στο λήθαργό σου ξαναπέσε.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ode to woman

Got to make it on my own.... but life still goes on.

Got to wake up
Make up and wear my gown
Every day and every night
My chores weigh me down


Sweep and mop, anxiety arose
Prepare a meal, clean the table

Do the laundry, iron the clothes
My mental health's unstable

Should I give up?
Should I just go?
I've dedicated my life to thee

But I've still got wild oats to sow

I can't take it anymore
This routine's crazy sanity
And I got no sign of recognition
It all seems to fall into vanity

A woman's place, into the kitchen?
This lady's palace, trapped inside the house?
Everyone's expecting things from me

To be a good daughter, mother and spouse?

But still, life's so colourful with you by my side,
So vivid and so filled with love

My family's a rainbow of affection
An ideal lighthouse from above

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

When your fears subside, and shadows still remain...

       And it's a long and it's a broken hallelujah...


The end is here.
The end of the line.
Game's over, and the hand of doom
Reached my thigh.

Dreams that have failed,
Thoughts that have shattered,
Desperate ships that so long have sailed
Blind child's hopes that no one has fathered.

Down to earth for a while now,
Up in the sky for all my days.
Time is nigh to do our exit bow,
Pass into plains ofoblivion, the world to hear and gaze.

Not easy to smile with all the pain inside
But, still, I gotta learn to live through death.
So, if you'd like, lay by my side,
Close my eyes and steal my breath.


Well maybe there's a God above
But all I've ever learned from love
Was how to shoot somebody who'd out drew ya
And it's not a cry that you hear at night
It's not somebody who's seen in the light
It's a cold and it's a broken Hallelujah