Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Ο δρόμος για το αύριο

Σφιχτά που φύλαξαν τα τίμια λόγια

Φτώχεια
Το κρεβάτι χωρίς στρώμα
Το παράθυρο σπασμένο
Το φως νωχελικό και ολιγαρκές-
Αυτή είναι η κατάσταση

Πείνα
Η μάνα να μην έχει να δώσει στο παιδί
Το παιδί να μην περιμένει από τη μάνα
Το πιάτο στο τραπέζι λιγοστό-
Αυτή είναι η κατάσταση

Εξαθλίωση
Ο μπαμπάς δε δουλεύει
Το παιδί δε σπουδάζει καλά
Ο παππούς δε μπορεί να βοηθήσει-
Αυτή είναι η κατάσταση

Αυτή είναι η κατάσταση-
Αυτήν την κατάσταση παλεύουμε να ανατρέψουμε!
Να μην υπάρχει άνθρωπος χωρίς φαΐ
Να μην υπάρχει παιδί χωρίς σχολείο

Να μην υπάρχει ανάγκη ανεκπλήρωτη
Να μην υπάρχει φόβος
Να μην υπάρχει πείνα
Να μην υπάρχει δάκρυ

Να υπάρχει ένας κόσμος χωρίς εκμετάλλευση-
Για αυτό παλεύουμε
Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του για τον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.

Χρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν' αλλάξεις: 

οργή κι επιμονή. Γνώση κ' αγανάκτηση.

Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά 

ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.

Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.

Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς

την πραγματικότητα ν' αλλάξουμε.

(Μπ. Μπρεχτ, «Η απόφαση» 1930)

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Dragon Mistress

Πάλι με στοιχειώνεις
Πάλι μένω άγρυπνος τη νυχτιά
Και ο αέρας που μουγκρίζει
Να είναι η συντροφιά μου

Κοιτάω ένα πρόσωπο στον καθρέφτη
Και δεν είναι το δικό μου -
Τόσο πολύ άλλαξα;
Ένας άγνωστος με κοιτάει στα μάτια

Ψάχνω να βρω ένα λόγο
Που ο ήλιος μόνο σουρουπώνει
Κι είναι, ξέρεις, αυτές οι μωβ πινελιές
Που κάνουν τα μάτια σου εκτυφλωτικά


Θα τα πούμε στο τέλος της προβλήτας

Πάνω στον λευκό φάρο - Θα σε βρω
Και αν είσαι απλή οφθαλμαπάτη
Θα πέσω,
ψάχνοντας τη Fata Morgana

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Όνειρο Θερινής Νυκτός

Φαντασία

Κρατούσες φωτιά στα χέρια σου, γέρο.
Έπρεπε να την καταστρέψεις.

Τώρα δες πώς κάηκες εσύ.


Κράτησα κι εγώ φωτιά.
Παιχνίδισε στα μάτια μου και γρήγορα φούντωσε
Η ζεστασιά της χέρι-χέρι με την καταστροφή
Και η ζωή με το θάνατο




Όλοι μας κρατάμε φωτιά στα χέρια μας. Αν τη σβήνουμε, αν την αφήνουμε να μας κατασπαράξει, ή αν την αφήσουμε στην αέναη πυρκαγιά πίσω μας, μας καθορίζει.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Κι ήθελε ακόμη

Η πρόγνωσή σας ασφαλής,
  

   Θα πέσει η πόλις


Κι ήθελε ακόμη,
Πολλά βάσανα,
Πολλή λύπη,
Πολλή κούραση

Μα αρνιέμαι να δεχτώ τη "νίκη" σου.

Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε,
Σου είναι γραφτός ο δρόμος της συντριβής


Κι ήθελε ακόμη, πολύ φως να ξημερώσει
Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Perpetual burn

Όλες οι κοινωνίες, σε όλες τις εποχές, δομήθηκαν πάνω σε ένα πράγμα: την εργασία. Η εργασία του ανθρώπου και η διαχείρισή της, η οικονομία, πάνω σε αυτή τη βάση έχουν στηριχθεί.
Εν αρχή, όλα ήταν ίσα. Όλοι είχαν μοιρασμένους ρόλους για την παραγωγή.


Μετά ήρθε το κέρδος.

Έτσι φτιάχτηκαν οι τάξεις. Έτσι γεννήθηκε η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Κι εδώ μπαίνει ο δικός μας ρόλος. Ο ρόλος να ανατρέψουμε τη δομή της κοινωνίας, να οικοδομήσουμε το επόμενο βήμα της ανθρωπότητας. Την κατάργηση της εκμετάλλευσης.


Είναι ταξικός πόλεμος, είναι ο πόλεμος του λαού. Ένας ιερός πόλεμος.

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος

Μήτε τ' Ατρέα λέω ο γιος δε θα με πείσει εμένα 315
μήτε άλλος σας κανείς, γιατί σπολλάτη δα δε μούπαν
που δίχως πάντα ανασασμό τους Τρώες πολεμούσα.
Και τί μου μένει πούσυρα τόσα πολλά μαρτύρια 321
μ' αιώνιες μάχες, τη ζωή σαν τίποτα αψηφώντας;
Πώς πάει η κλώσσα το σπυρί στ' αφτέρωτα πουλιά της

μόλις το βρει, όμως έπειτα ψοφά απ' την πείνα ατή της,
έτσι κι' εγώ πολλές νυχτιές περνούσα ξαγρυπνώντας, 325
και μέρες μες στα αίματα βουτούσα και στους φόνους,
και με στρατούς χτυπιόμουνα για τα δικά τους τέρια.
Δώδεκα ως τώρα κούρσεψα με τα καράβια χώρες·
πεζός, ως έντεκα θαρρώ στης Τριάς τους κάμπους γύρω·
κι' απ' όλες πήρα 'να σωρό πολύτιμα μ' αξία, 330
και πάγαινα του βασιλιά και τάδινα Αγαμέμνου.
Κι' εκείνος, πίσω μένοντας μες στο καραβοστάσι,
τάπαιρνε, λίγα μοίραζε, πολλά κρατούσε ο ίδιος,
και τ' άλλα τάδινε πρεσβιά στων Αχαιών τους πρώτους.
Αφτών δεν τ' άγγιξε κανείς·
και μοναχά από μένα 335
μου πήρε και κρατάει τη νιά που λαχταρούσα· τώρα
στο τρώμα ας μου τη χαίρεται!
Όμως γιατί των Τρώων
να κάνουν πόλεμο έπρεπε οι Δαναοί; Πια ανάγκη
τόσο λαό τ' Ατρέα ο γιος να μάσει, κι' εδώ ως πέρα
να φέρει; ή όχι απ' αφορμή της λυγερής Ελένης;
Τί, μόνοι τις γυναίκες τους τις αγαπούν στον κόσμο 340
τ' Ατρέα οι γιοί; Όπιος έχει νου και γνώση, τη δική του
τη θέλει και την αγαπάει, καθώς αφτή κι' ατός μου
μ' όλη αγαπούσα την καρδιά κιάς τήνε πήρα σκλάβα.
Μα αφού με γέλασε, κι' αφτή την πήρε μου απ' τα χέρια,
να με δολώσει ας μη ζητάει . . . τον ξέρω, δε με πιάνει.
345

Κι έτσι ο Αχιλλέας, ο άριστος των Αχαιών, έπαψε να είναι αυτός που ήταν. Κι έτσι έπαψε να παλεύει για τους άλλους. Κι έτσι έπαψε να σώζει τους συντρόφους του.

Μα τότε ο Αίας άνοιξε το στόμα να μιλήσει
« Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα,
» πάμε ! τι ουσία τίποτα, το βλέπω, εδώ δε βγαίνει. 625
» Και χριά το λόγο πέρα εφτύς να πάμε, ας είναι ότι είναι,
» τι ανήσυχοι θ' ακαρτερούν. Ως τόσο ο Αχιλέας
» στα στήθια ανήμερη έκανε την αντρική καρδιά του,
» ο έρμος ! και ξεχάνει πια των φίλων την αγάπη, 630
» που εμείς στα πλοία τούχαμε απ' όλους χώρια πάντα.
» Άσπλαχνε ! εδώ κι' αν αδερφό σου σφάξουν κι' αν παιδί σου,
» όχι δε λες αν βγει ο φονιάς και θέλει να πλερώσει·
» και μένει αφτού στον τόπο του πολλά ο φονιάς μετρώντας,
» και του παθού η βαριά καρδιά ξεγράφει πια το μίσος 635
» σα λάβει δίκια ξεζημιά. Μα εσένα σούχουν βάλει
» κακό άσβυστο οι θεοί θυμό στα στήθια για μιά κόρη,
» μιά και ξερή· μα τώρα εμείς εφτά τις πιο ομορφούλες
» μ' άλλα πολλά σου δίνουμε.
Μα ας νιώσει πια η ψυχή σου
» μιά στάλα πόνο και σπλαχνιά. Σεβάσου την καλύβα 640

» που να μας σώσεις ήρθαμε στη στέγη σου από κάτου,
» εμείς π' απ' όλους είμαστε πιο φίλοι σου κι' αδρέφια. »


Και τότε λύγισε. Και τότε σκέφτηκε τις αξίες τους, τη συντροφικότητά τους και την αδελφοσύνη που τους έδενε. Κι η χάρις που δεν έλαβε από τον άνακτα εξ' ανάκτων θα τη δώσει τώρα στα αδέλφια του.

Πολλές φορές αφήνουμε την οργή να μας κυριέυσει. Μα πάντα ξεχνάμε τις αξίες που μας κρατάνε και μας κάνουν αρίστους.


Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που καταλήγουμε να τρώμε μόνοι μας.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

7 Νάνοι στο S/S Cyrenia

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει



Κι εδώ, στα ανοιχτά της Μητέρας Θάλασσας
Παλεύουμε με τη φουρτούνα της ζωής

Μη μας βυθίσει το καράβι

Δεν είναι ότι φοβόμαστε το θάνατο -

Την απραξία φοβόμαστε
Ότι, μετά από όλα αυτά -
τα δάκρυα, τον ιδρώτα, τις άυπνες βραδιές-
Τίποτα δε θα αλλάξει


Αυτό φοβόμαστε
Μα ξέρουμε
Τα πάντα αλλάζουμε
Εμείς


Και πάλι πάνω στο s/s Cyrenia
Μέγα άγαλμα του πελάγους
Ανοίγουμε πανί, αφήνουμε τη μαΐστρα αλάργα

Τόσο αλάτι φάγαμε, ανοίξανε οι πληγές μας
Οι γαλέτες τελείωσαν πριν βγούμε στα ανοιχτά
Η μόνη δύναμή μας, η ελπίδα
Ότι θα βρούμε τα όνειρά μας πίσω από τη Fata Morgana