Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Η πτήση των κορμοράνων

Η ζωή είναι το χάδι
   που δε μας έδωσε η μάνα μας
Είναι ο κισσός που σκαρφαλώνει
   στην ατέλειωτη πεδιάδα
Είναι η κουρασμένη πτήση των κορμοράνων
   σε ένα σκονισμένο, χρυσαφί ηλιοβασίλεμα

Η ζωή είναι η βαρυγκομιά του στρατιώτη
   εν καιρώ ειρήνης
Η άναρθρη κραυγή των παιδιών
   στην ξύλινη κολυμβήθρα του κόσμου
Ο θεός των μικρών πραγμάτων
   στην πεπερασμένη απεραντοσύνη του σύμπαντος

Η ζωή είναι ένας δρόμος
   στρωμένος με αγκάθια
Και ένα ρόδο που μεγαλώνει
   με νερό γλυφό
Στην τελική, είναι
   οι λεπτοί λαιμοί των πουλιών
      όπως λέει ένας ποιητής

Η ζωή είναι μια φτηνή κιθάρα
   που βγάζει το βαθύτερό μας ήχο
Στο όνομά της, τα τραγούδια που γράφουμε
   Τρέμουν από ολοκλήρωσης επιθυμία
Η ζωή είναι το χάδι
   και το χαστούκι
      που δεν πήραμε από τη μάνα μας



Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Το Λιμάνι της Αγωνίας

Ζούμε άρρωστα σε άρρωστους καιρούς.
Πολλοί από εμάς κάνουμε μια προσπάθεια να εξυγιανθούμε, οι προσπάθειές μας αποβαίνουν κάπου.
Πολλές, στο πουθενά.
Μερικές, στα μισά της διαδρομής.
Άλλες, σε ένα τέλος που δεν ήταν αυτό που θέλαμε.
Αρκετές, χτίζονται βήμα βήμα.

Χάσαμε το περιεχόμενο και μένουμε στη μορφή.

Χάσαμε το σκεύος και κολυμπάμε στη θάλασσα.
Χάσαμε τη θάλασσα και καρφωθήκαμε στη στεριά
Σαν ναυάγια που μετέφεραν χρυσάφι
Και τώρα μόνο τα ψάρια θησαυρίζουν.

Απέλπιδες προσπάθειες να ευτυχήσουμε.

Τη μία, προσπαθούμε να πείσουμε τους γύρω μας ότι είμαστε καλά.
Την άλλη, τον εαυτό μας.
Αποτυγχάνουμε.

Μία άγκυρα σχηματίζεται στο χέρι μας,
Ένας βράχος μας κρατάει προς τα κάτω

Δράττουμε με γυμνές ελπίδες μια μέρα
Που ο ήλιος δύει στην Ανατολή.

Θέλει προσπάθεια να αδράξεις τη μαγεία,
Να ξεφύγεις από μισή ζωή
Που άλλοι, νομίζεις, χάραξαν για σένα

Και εσύ σκύβεις το κεφάλι.



Χάνουμε γιατί χανόμαστε

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

Heart Collector

Κλείνοντας τα μάτια, πέφτουμε σε ένα όνειρο. Ο χρόνος σταματάει, και εμείς βλέπουμε τους γύρω μας να παγώνουν. Ένα αδιόρατο άγχος μας τραντάζει. Ο Χρόνος σταμάτησε, κι όμως εμείς είμαστε ο Χρόνος. Το σκοτάδι μας αγκαλιάζει, σαν ένα τρεμάμενο χαμόγελο, σαν τη φωτιά μιας λάμπας θυέλλης που τρεμοπαίζει.

Βυθιζόμαστε.

Ξάφνου, η πλάτη μας ακουμπά ένα ψυχρό και σκληρό πάτωμα. Στο απόκοσμο σκοτάδι βλέπουμε ένα χερούλι να αιωρείται, σαν μιας πόρτας που χάθηκε στη μάχη μεταξύ του χθες και του σήμερα. Λαχταρώντας για φρέσκο ουρανό, το κρατάμε και ανοίγουμε την απόκοσμη πόρτα.

Μα αυτή μας μεταφέρει σε έναν κυκλικό χώρο.
Ο Κύκλος της Συλλογής, και εμείς στο κέντρο. Η μουσική αρχίζει να πέφτει αραχνοΰφαντη στα αυτιά μας. Πίσω μας, η πόρτα που ανοίξαμε, παραμένει ορθάνοιχτη. Μπροστά μας, πανύψηλη, ορθώνεται μία πόρτα, κλειστή.

Τρέχουμε να την ανοίξουμε. Περνάμε και επιστρέφουμε στον Κύκλο. Ξαναπροσπαθούμε. Μάταια. Τρέχουμε να βγούμε από την απέναντι, η οποία αλλάζει όσο εμείς πλησιάζουμε: Τώρα πια δεν είναι η πόρτα που θυμόμαστε. Στις σκιές που αγκαλιάζει ενεδρεύουν άλλες φιγούρες. Όσο πιο κοντά φτάνουμε, τόσο λιγότερα μας θυμίζει την πόρτα που γνωρίσαμε.

Οπότε, πώς βγαίνουμε; Ο Κύκλος στέκεται πάνω στις Κολώνες της Γένεσης. Το αέναο σκοτάδι μας περικυκλώνει, εκτός από τον Κύκλο και τις πόρτες. Πώς βγαίνουμε από εδώ, πώς γυρίζουμε στη - γνώριμή μας - πραγματικότητα;


Θέλει περισυλλογή. Εκτιμάμε τις πόρτες, τον Κύκλο, το σκοτάδι.

Συμπέρασμα πρώτο: Η πόρτα πίσω μας δεν είναι η γνώριμη σε μας πια.

Συμπέρασμα δεύτερο: Η πόρτα μπροστά μας μάς γυρίζει στο ίδιο σημείο.

Συμπέρασμα τρίτο: Μια βουτιά στο κενό θα ήταν ατελέσφορη ανοησία.

Άρα: Τρέχουμε προς την πόρτα μπροστά μας. Παλεύουμε να την ανοίξουμε με τον δικό μας τρόπο. Η πρώτη προσπάθεια μάταιη, η δεύτερη μάταιη. Αποθαρρυνόμαστε. Δε θα φύγουμε ποτέ από εδώ.

Και τότε, μέσα στην απελπισία μας, με τη μουσική να ησυχάζει και το σκοτάδι να μας πνίγει, το βρίσκουμε: Εμείς θέτουμε τα δικά μας όρια. Πηγαίνουμε προς την πόρτα, μόνο που τώρα πια τη ρίχνουμε στο κενό από κάτω. Είναι από σίδερο, άρα και βαριά. Θέλει προσπάθεια. Μα ακριβώς εκεί είναι η μαγεία.

Τα καταφέραμε, η πόρτα βγήκε από τη μέση. Στη θέση της, μια τρύπα στο πάτωμα καθρεφτίζει τον κόσμο όπως τον ξέρουμε, τον έξω κόσμο. Βαθιά ανάσα και συνεχίζουμε. Βγαίνουμε στην επιφάνεια σαν παιδί μετά από κατάδυση. Όλοι γύρω μας επέστρεψαν στη ροή του χρόνου. Μας κοιτάζουν με περιέργεια, ανησυχία, τρόμο. Εμείς αλλάξαμε.




Είναι νομοτέλεια το να αλλάζεις και να διαπλάθεσαι μέσα στην κοινωνία. Πρόσεξε, όμως: Κάθε σου βήμα για την αλλαγή, κάθε σωστό και κάθε λάθος σου, πρέπει να το κάνεις για να φτάσεις όποιος θέλεις να είσαι.

Οπότε, καλό σου βράδυ.
Και μην ξεχνάς: Έχεις το πιο τρανό όπλο από όλα.



Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Οι Λεωφόροι του Μέλλοντος

"Ο Μαρξισμός είναι αξεπέραστος διότι δεν ξεπεράστηκαν οι συνθήκες που τον ανέδειξαν."
- Ζαν - Πωλ Σαρτρ


Μητέρα Πατρίδα
Παράδεισε των άθεων και των κατατρεγμένων
Σπλάχνο από τα σπλάχνα μας
Κι αίμα των οστών μας

Εσύ, που βίωσες το διωγμό

Κι όλοι μας ακούγαμε το κροτάλισμα ξανά
Εσύ, που ένιωσες το δάγκωμα από το αυγό του φιδιού
Και, μαζί σου, χάσαμε κι εμείς κομμάτι

Ένας δρόμος, στρωμένος με αγκάθια
Προς το μοναδικό ρόδο που βίωσε ο κόσμος
Από τον πιο ζωντανό των ζωντανών
Έως τον πιο ταπεινό - μα δεν υπάρχουν πια ταπεινοί

Ζήτω, ζήτω, ζήτω Μητέρα Πατρίδα!
Αρχή του τέλους, magnum opus,

   σαν το γέλιο των παιδιών το βράδυ
Εμείς σε στήσαμε, να μας ανασταίνεις

Εσύ, όπου οι άπλυτοι βουτήξαμε στον αγιασμό σου
Όπου οι σφαγιασμένοι ευωδίασαν
Κάρβουνο, ελευθερία και δυόσμο
Όπου ο φτωχός έγινε άνθρωπος
Και το δίκαιο νόμος

Υψίστη μέρα, ήλθες! Εμείς οι ταπεινοί
Ορθωθήκαμε γίγαντες

Οι πένητες κι οι δούλοι του χθες
Σημερινοί νοικοκύρηδες

Μεγαλύτερη αγάπη, πιο βροντερή μας ιαχή
Η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Γράφτηκε με τα νύχια και τα δόντια μας
Στον απέραντο δρόμο της Ιστορίας

Τα δάκρυα κι ο ιδρώτας των τρομαγμένων
Η ζωή των πεθαμένων - 
Τραγούδια κι ύμνοι μας

Με αυτά μεγαλώσαμε, στη σκιά τους γαλουχηθήκαμε
Ιερό μας ψωμοτύρι
Στο φως ενός αιώνιου λιογέρματος



Ψηλά το κεφάλι, κατακτήσαμε τον ήλιο!
Τελευταία ρανίδα των δακρύων, χάνονται σε ένα χαμόγελο

Ο πάγος έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε!
Σεμνή υπογραφή των λαών μας στις Λεωφόρους του Μέλλοντος

Κι εμείς
Ούλοι τούτοι δω
Υμνούμε το έπος
Όχι με λέξεις στο χαρτί
Μα με πράξεις!

Δεν κοιτάμε μακρυά για έμπνευση -

Δίπλα μας, δίπλα και μαζί
Με τους προλετάριους
Και βάζουμε μαζί την ακρογωνιαία λίθο

Να έρθει το ανώτερο αύριο

Σήμερα.
Νόμος του:

Όλοι για έναν, ένας για όλους

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου
Οι δείκτες δείχνουν στο τώρα
Η θύμηση στο χθες
Τα χέρια μας στο σήμερα
Η ματιά στο αύριο
Γιατί το αύριο που ονειρευόμασταν χθες
Είναι το σήμερα για το οποίο παλεύουμε


Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Αποκάλυψη Τώρα

Σκηνή Πρώτη
Πράξη Πρώτη




[Πάνω στη σκηνή τα φώτα είναι σβηστά. Απόλυτη σιωπή επικρατεί. Ξαφνικά ακούγεται μία ανδρική φωνή. Η φωνή είναι ήρεμη, ενός άνδρα που έχει δει τόσα πολλά, που ξέρει ακόμα περισσότερα, που έχει φτάσει τόσο κοντά στην αλήθεια όσο κανείς.]

- Τρόμος. Ανείπωτος τρόμος. Στη στιγμή του θανάτου όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν μόνο τρόμο. Αυτός είναι που δίνει ώθηση στις σκέψεις, αυτός είναι ο καθοδηγητής κάθε πράξης. Αυτός δίνει τις διαταγές, όταν κάποιος είναι κοντά στην άβυσσο. Έχω δει τρόμο, κι έχω νιώσει το θάνατο. Γιατί πάντα εγώ τον φέρνω.

[Ένα κάθετο φως πέφτει πάνω σε μια μορφή στο κέντρο της σκηνής. Η μορφή, ο ΧΡΟΝΟΣ, είναι καθισμένος σε μία ξύλινη, απλή, άβολη καρέκλα. Φοράει ένα μαύρο χιτώνα που καλύπτει όλο το σώμα. Στα χέρια του φοράει μαύρα δερμάτινα γάντια. Το πρόσωπό του είναι στο ημίφως, καθώς φοράει κουκούλα. Θυμίζει γκροτέσκα φιγούρα.  Κοιτά προς το κοινό, η ματιά σταθερή μπροστά του.]

- Καθ' όλη την ιστορία των ανθρώπων, εγώ ήμουν ο αγγελιοφόρος, εγώ ο ψυχοπομπός. Όσο υπάρχει θάνατος, εγώ θα τον ενσαρκώνω. Όσο υπάρχει απελπισία, εγώ θα φέρνω τη λύτρωση, την εύκολη διαφυγή. Όσο υπάρχει πόλεμος, εγώ θα σμίγω τους λαούς. Όσο υπάρχει πίστη, εγώ θα φέρνω τη διάψευση. Κι όσο υπάρχει προσπάθεια, εγώ θα φέρνω την τελειοποίηση.

[Σηκώνεται από την καρέκλα κι έρχεται στην άκρη της σκηνής, πάνω από τους θεατές.]

- Τρόμος. Παντού τρόμος. Είμαι τα τέρατα στις ντουλάπες των παιδιών, είμαι το σκοτάδι όταν σβήνει το φως. Είμαι η σκιά σου όταν περπατάς στο φως, κι όσο πιο κοντά έρχεσαι στο φως, τόσο μεγαλύτερος γίνομαι. Είμαι αυτός που ηχεί την τελευταία καμπάνα. Είμαι ο καλύτερος φίλος αυτών που τα παράτησαν, κι ο πιο μισητός εχθρός αυτών που δεν καταλαβαίνουν.

Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Γιατί γνώρισα τον καρπό της ζωής.

[Τέλος πράξης]


Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

La campanella

Έφυγες μες στη φωτισμένη νύχτα
Τα βήματά σου ανακλούσαν στο ασημένιο φως
Η άσφαλτος μαύρη, αίμα κάτω απ' την υγρή σελήνη
Ο φανοστάτης δίπλα σου φρουρός

Τα χαρτιά σου μάζεψα ένα ένα
Τα πήρε ο αέρας, διαβατάρικα πουλιά
Με κοίταξες στα μάτια, γεμάτη αγωνία
Γνωρίζοντας ότι θα ήταν η στερνή φορά

Με είπες άκαρδο κι ασταμάτητο

Μια δύναμη που παρασέρνει τον αέρα
   και βάζει στο νερό φωτιά
Γέλασα πικρόχολα, κι η φωνή σου κάηκε
Αν με ήξερες καθόλου, θα γνώριζες
   ότι κάνω στο κενό βουτιά

Meglio e felici in questa vita, che aspira a esserlo nella prosima, amore.
Va' ora. Addio

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Sin after Sin

Στην κοπέλα που μου χάρισε διαμάντια και σκουριά,
Ο χρόνος που περνά
Περνά τόσο γρήγορα που δεν καταλαβαίνεις
Πώς περνούν τα χρόνια

Ο χρόνος της ευτυχίας μας
Δεν μετριέται με δείκτες
Αλλά για πόσο στρεβλώνει τη δική της αντίληψη για αυτόν

Σε λίγο θα έχει τη Ματωμένη Σελήνη
Ίσως είναι που το φεγγάρι θα είναι ολόγιομο
Όταν θα πάρεις τηλέφωνο