Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

Κ. Π. Καβάφης

Εκνευρίστηκα
Κι απογοητεύτηκα
Μαζί σου

Αλήθεια, τι νέα τρέλα θα κάνεις
Για να ικανοποιήσεις τη μονοτονία σου;
Τι νέος επίδοξος Οδυσσέας σε συντροφεύει;

Τι νέο αμπέχωνο κρέμεται στους ώμους σου,
Από το χέρι σου,
Μες στην αγκαλιά σου;

Ανόητα βήματα μιας ανόητης
Κι ανούσιας καθημερινότητας
Αλήθεια, γιατί ξέχασες ποια είσαι
Όπως σε θυμάμαι
Εγώ;

Μη βιαστείς να μου πεις
Ότι οι άνθρωποι αλλάζουν
Γιατί τα βήματα γίνονται και προς τα πίσω

Κι εγώ άλλαξα
Και θα με αγαπούσες
Περισσότερο. Γεια σου τώρα
Ευχαριστήσου τη δεύτερη λύση.

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

The Rains of Castamere

And so he spoke, that lord of Castamere

Δεν έχει πλάκα;
Δεν είναι αστείο όταν, εκεί που περιμέναμε τον κόσμο τόσο γεμάτο, αδειάζει; Όταν βλέπουμε, πίσω απ' το κενό, έναν κόσμο ολόκληρο;
Δεν είναι φαιδρό το γεγονός ότι, όταν θυμόμαστε ποιοι θέλαμε να γίνουμε τότε, τώρα που το κατακτήσαμε καταλαβαίνουμε ότι δε μας γεμίζει;
Και πώς γυρίζουμε πίσω;
Και πώς διορθώνουμε τα αδιόρθωτα;
Και πώς γλιτώνουμε από τη πορφυρή αυτή βροχή που μας ραίνει από πάνω;

Δεν έχει πλάκα όταν, για να γίνεις αυτός που θέλεις, χάνεις την ψυχή σου; Είναι το κυνήγι της Αμαρτίας, που γνώρισες την Κόλαση κι έχασες τον Παράδεισο, που γεύτηκες το απαγορευμένο και σε τύφλωσαν οι Ερινύες, που τόλμησες να αδράξεις τη μοίρα σου και σε δικάζουν οι Ευμενίδες.
Και ξέρεις ότι η δίκη αυτή δεν θα σε αθωώσει.

Και τώρα, πάνω στο λόφο, με το βλέμμα προσηλωμένο στη βροχή (οι ψιχάλες πάντα παίρνουν τη μορφή σου, όπως στροβιλίζονται στον κατάμαυρο ουρανό), σε θυμάμαι. Θα ήθελα να δω τα μάτια σου για μια τελευταία φορά, να χαθώ στην άβυσσό τους για κάποιες στιγμές - ή μερικές ώρες; Ή χρόνια ολάκερα; - να ατενίσω αυτές τις δύο σταγόνες ουρανού. Μα δεν είσαι εδώ. Κι εγώ πρέπει να συνεχίσω. Σε αφήνω με ένα ρόδο κι ένα ξίφος.




Προχωρώντας, ξανακούω τα λόγια:


And who are you
That I must bow so low?
Only a cat of a different coat,
That's all the truth I know.
In a coat of gold or a coat of red,
A lion still has claws,
And mine are long and sharp, my lord,
As long and sharp as yours


Φορώ το κράνος μου και αφήνω τη βροχή να με αγκαλιάσει.
Γελώ πικρά καθώς
οι σταγόνες μού δείχνουν το δρόμο.

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

Το σημάδι του Νότου

   Εκεί, στη μέση του άγνωστου απείρου, εκεί όπου έφτασε όσο κανείς, αναρωτήθηκε: Και τώρα τι;
   Και δεν ήταν εύκολο να απαντηθεί. Έπρεπε, πρώτα, να αναλογιστεί πώς έφτασε εδώ. Θυμήθηκε τις φωνές, τις παρακλήσεις, τις απειλές. Ακόμα έκαιγαν στα αυτιά του τα πύρινα λόγια τους, όταν τον "συμβούλευαν" να γίνει σαν αυτούς, όταν του ζητούσαν επίμονα - πολλές φορές και βίαια - να απαρνηθεί τα πιστεύω του, το παρελθόν του, την ίδια του τη ζωή, να ακολουθήσει γνώριμα μονοπάτια, τόσο μακρυά από αυτό που ήθελε.




   Μα πάντα υπήρχε αυτή η φωνούλα μέσα του:
Μην ζεις για την ευχαρίστηση, ειδικά των άλλων.  Κάνε τη ζωή σου το θησαυρό σου.
   Κι έτσι έκανε. Θυμήθηκε τον εαυτό του, όπου στα δεκαοκτώ του ξεκίνησε για το μεγαλύτερο της ζωής του ταξίδι. Τώρα, που πέρασαν τόσες μέρες - ή μήνες; - ή αιώνες; σκέφτηκε την πυξίδα του, το φάρο που έκαιγε μέσα του. Κοιτώντας πίσω του, ο Σταυρός του Νότου, επιβλητικός, ακίνητος, προπομπός του τέρματος, τον κάλεσε να μαζέψει την άγκυρα. Στο άγνωστο σκοτάδι τώρα έκαιγε μια μικρή φωτιά, ένα καθάριο φως. Τόσο χρειαζόταν για να σαλπάρει.
 
 Κι έτσι έκανε.

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Γράμματα στο ημίφως

Where have all the years gone?
Κάποτε ονειρευόμουν ταξίδια
Κάποτε ήθελα περιπέτεια

Και τίποτα στον κόσμο
Δε θα μου το αρνούνταν


Έβλεπα τη ζωή μου σαν μυθιστόρημα

Όπου ο χαρακτήρας μου εκτυλίσσεται
Σε βάθος σελίδων

Κι όταν ξαναγυρνάς στην αρχή
   Τον αντιλαμβάνεσαι εντελώς διαφορετικά

   Με τις καινούριες γνώσεις που απέκτησες στη διαδρομή

Ακόμα ονειρεύομαι τα ταξίδια

Και την άπιαστη γητεύτρα, την περιπέτεια
Αν κι άρχισαν να φεύγουν πιο μακρυά, στο μέλλον
Ένα μέλλον που δε θα 'ρθει από μονάχο του
   Αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς

Μα τώρα γύρισα
Οι τοίχοι οι γαλάζιοι τόσο απόκοσμοι
Κι η μωβ πρόσοψη συνδυάζεται με τα συναισθήματα



Είναι μια αρχή - μα κι οι αρχές δε χρειάζονται τέλος πιο μπροστά
Και με νέα χρώματα, με νέο βλέμμα
Αγκαλιάζω την Ιθάκη
Που δεν έχει άλλα να προσφέρει

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Πύλες της Βαβυλώνας

Κάτω από τον καυτό ήλιο
Από κτίσεως ζωής
Όταν ο κόσμος ήταν ακόμα από μέλι και γάλα

Μπροστά στα κουρασμένα μας μάτια

Και το καραβάνι που μας σέρνει γονυπετείς
Ορθώνονται οι Πύλες

Τεράστιες, αιθέριες, εμπόδιο
Εμπόδιο στην βασιλεία
Της ευτυχίας και του πόνου,
Της μακαριότητας και της αμαρτίας,
Της ζωής και του θανάτου.
Βουτήξαμε στο δεύτερο
Και τα μάτια μας δακρύσαν

Ένα βασίλειο της αμαρτίας
Μέσα στον Παράδεισο αγγελικά πλασμένο

Η άμμος, οι κόκκοι της
Λιγότεροι από το αίμα που χύθηκε για να ορθωθεί

Από τα βαθιά σε καλούν να έλθεις
Σου τάζουν αθανασία, σου τάζουν αμαρτία
Σε έναν κόσμο νεκρών,
Όπου τίποτα δεν είναι αληθινό

Παιχνίδι των αισθήσεων
Εσύ είσαι εγώ
Που βγαίνει από το πέπλο;

Πήγαινε κοντά του

Χίλιες και μία νύχτες σε ένα καρδιοχτύπι
Η δύναμη που ήταν εδώ
Σε σαγηνεύει, σε τυλίσσει, σε τραβά

Κοιμήσου με αυτό, και πρέπει να πληρώσεις
Μια ζωή φλόγας και πυρκαγιών
Για μια ζωή ευτυχίας




Ο διάβολος είμαι εγώ
Και κρατώ το κλειδί
Της Βαβυλώνας

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Λεγεώνες του λυκόφωτος

Η ώρα έφθασε
Κι οι μοίρες συμφωνούν
Τέλος πια οι αιώνες
Των φλέγοντων γαλαξιών

Πού είναι οι χθεσινοί μου φίλοι
Δε γνωρίζω. Η κουρτίνα δε θα άφηνε το φως να μπει
Γιατί περιμένω κάποιον να βγει πρώτος;
Δε θα έπρεπε να είναι πάνω τους η ευθύνη

Ακούσαμε το κάλεσμα, το μήνυμα τόσο καθαρό
Κι ο χρόνος τρέχει. Τρέχει
Τόσο γρήγορα
Που δεν καταλαβαίνεις τα χρόνια που περνούν
Πάμε

Κόντρα στον άνεμο προχωράμε
Ελπίδα στις καρδιές κρατάμε
Ένας ήλιος μάς καθοδηγεί, ένας μικρός, αυτός ο μέγας
Ξεχνάμε τη λύπη, έφυγε για πάντα αυτό το τέρας

Ο τροχός του Χρόνου ξαναγυρνά απόψε
Όποιος τη δύναμή του δοκίμασε
Ποτέ δεν ξαναήλεγξε τη μοίρα του



Δεν είναι όλοι οι περιπλανώμενοι χαμένοι
Ξεχασμένες μορφές υπάρχουν και στους νικητές
Κοιτώ στα μάτια τον ξένο, τον εαυτό μου. Ο καθρέφτης δε λέει ψέματα
Είμαι σίγουρος για σένα

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

Αγγελτήριο από τις επάλξεις

https://patratora.gr/archives/210709

Αυτή η δημοσίευση δεν είναι ποιητική ούτε στο ελάχιστο.

Περιστατικά σαν κι αυτό έχουμε δει πολλά. Τι κάνουμε;


Η κοινωνία ως έννοια λειτουργεί (αρχετυπικά τουλάχιστον) με αλληλεγγύη ανάμεσα στην τάξη του μόχθου.

Αν η θέση μας στην Ιστορία δεν είναι αυτή, τότε είναι η απάθεια. Κι ο απαθής δεν αξίζει ούτε τα καλά.


Ποια μεγαλύτερη πράξη αλληλεγγύης μπορεί να υπάρξει αν όχι η ανατροπή της αιτίας όλων αυτών;


Όποιος δε μοιράστηκε τη μάχη θα μοιραστεί την ήττα.