Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Perpetual burn

Όλες οι κοινωνίες, σε όλες τις εποχές, δομήθηκαν πάνω σε ένα πράγμα: την παραγωγή. Η εργασία του ανθρώπου και η διαχείρισή της, η οικονομία, πάνω σε αυτή τη βάση έχουν στηριχθεί.
Εν αρχή, όλα ήταν ίσα. Όλοι είχαν μοιρασμένους ρόλους για την παραγωγή.

Μετά ήρθε το κέρδος.

Έτσι φτιάχτηκαν οι τάξεις. Έτσι γεννήθηκε η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Κι εδώ μπαίνει ο δικός μας ρόλος. Ο ρόλος να ανατρέψουμε τη δομή της κοινωνίας, να οικοδομήσουμε το επόμενο βήμα της ανθρωπότητας. Την κατάργηση της εκμετάλλευσης.


Είναι ταξικός πόλεμος, είναι ο πόλεμος του λαού. Ένας ιερός πόλεμος.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος

Μήτε τ' Ατρέα λέω ο γιος δε θα με πείσει εμένα 315
μήτε άλλος σας κανείς, γιατί σπολλάτη δα δε μούπαν
που δίχως πάντα ανασασμό τους Τρώες πολεμούσα.
Και τί μου μένει πούσυρα τόσα πολλά μαρτύρια 321
μ' αιώνιες μάχες, τη ζωή σαν τίποτα αψηφώντας;
Πώς πάει η κλώσσα το σπυρί στ' αφτέρωτα πουλιά της

μόλις το βρει, όμως έπειτα ψοφά απ' την πείνα ατή της,
έτσι κι' εγώ πολλές νυχτιές περνούσα ξαγρυπνώντας, 325
και μέρες μες στα αίματα βουτούσα και στους φόνους,
και με στρατούς χτυπιόμουνα για τα δικά τους τέρια.
Δώδεκα ως τώρα κούρσεψα με τα καράβια χώρες·
πεζός, ως έντεκα θαρρώ στης Τριάς τους κάμπους γύρω·
κι' απ' όλες πήρα 'να σωρό πολύτιμα μ' αξία, 330
και πάγαινα του βασιλιά και τάδινα Αγαμέμνου.
Κι' εκείνος, πίσω μένοντας μες στο καραβοστάσι,
τάπαιρνε, λίγα μοίραζε, πολλά κρατούσε ο ίδιος,
και τ' άλλα τάδινε πρεσβιά στων Αχαιών τους πρώτους.
Αφτών δεν τ' άγγιξε κανείς·
και μοναχά από μένα 335
μου πήρε και κρατάει τη νιά που λαχταρούσα· τώρα
στο τρώμα ας μου τη χαίρεται!
Όμως γιατί των Τρώων
να κάνουν πόλεμο έπρεπε οι Δαναοί; Πια ανάγκη
τόσο λαό τ' Ατρέα ο γιος να μάσει, κι' εδώ ως πέρα
να φέρει; ή όχι απ' αφορμή της λυγερής Ελένης;
Τί, μόνοι τις γυναίκες τους τις αγαπούν στον κόσμο 340
τ' Ατρέα οι γιοί; Όπιος έχει νου και γνώση, τη δική του
τη θέλει και την αγαπάει, καθώς αφτή κι' ατός μου
μ' όλη αγαπούσα την καρδιά κιάς τήνε πήρα σκλάβα.
Μα αφού με γέλασε, κι' αφτή την πήρε μου απ' τα χέρια,
να με δολώσει ας μη ζητάει . . . τον ξέρω, δε με πιάνει.
345

Κι έτσι ο Αχιλλέας, ο άριστος των Αχαιών, έπαψε να είναι αυτός που ήταν. Κι έτσι έπαψε να παλεύει για τους άλλους. Κι έτσι έπαψε να σώζει τους συντρόφους του.

Μα τότε ο Αίας άνοιξε το στόμα να μιλήσει
« Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα,
» πάμε ! τι ουσία τίποτα, το βλέπω, εδώ δε βγαίνει. 625
» Και χριά το λόγο πέρα εφτύς να πάμε, ας είναι ότι είναι,
» τι ανήσυχοι θ' ακαρτερούν. Ως τόσο ο Αχιλέας
» στα στήθια ανήμερη έκανε την αντρική καρδιά του,
» ο έρμος ! και ξεχάνει πια των φίλων την αγάπη, 630
» που εμείς στα πλοία τούχαμε απ' όλους χώρια πάντα.
» Άσπλαχνε ! εδώ κι' αν αδερφό σου σφάξουν κι' αν παιδί σου,
» όχι δε λες αν βγει ο φονιάς και θέλει να πλερώσει·
» και μένει αφτού στον τόπο του πολλά ο φονιάς μετρώντας,
» και του παθού η βαριά καρδιά ξεγράφει πια το μίσος 635
» σα λάβει δίκια ξεζημιά. Μα εσένα σούχουν βάλει
» κακό άσβυστο οι θεοί θυμό στα στήθια για μιά κόρη,
» μιά και ξερή· μα τώρα εμείς εφτά τις πιο ομορφούλες
» μ' άλλα πολλά σου δίνουμε.
Μα ας νιώσει πια η ψυχή σου
» μιά στάλα πόνο και σπλαχνιά. Σεβάσου την καλύβα 640

» που να μας σώσεις ήρθαμε στη στέγη σου από κάτου,
» εμείς π' απ' όλους είμαστε πιο φίλοι σου κι' αδρέφια. »


Και τότε λύγισε. Και τότε σκέφτηκε τις αξίες τους, τη συντροφικότητά τους και την αδελφοσύνη που τους έδενε. Κι η χάρις που δεν έλαβε από τον άνακτα εξ' ανάκτων θα τη δώσει τώρα στα αδέλφια του.

Πολλές φορές αφήνουμε την οργή να μας κυριέυσει. Μα πάντα ξεχνάμε τις αξίες που μας κρατάνε και μας κάνουν αρίστους.


Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που καταλήγουμε να τρώμε μόνοι μας.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

7 Νάνοι στο S/S Cyrenia

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει



Κι εδώ, στα ανοιχτά της Μητέρας Θάλασσας
Παλεύουμε με τη φουρτούνα της ζωής

Μη μας βυθίσει το καράβι

Δεν είναι ότι φοβόμαστε το θάνατο -

Την απραξία φοβόμαστε
Ότι, μετά από όλα αυτά -
τα δάκρυα, τον ιδρώτα, τις άυπνες βραδιές-
Τίποτα δε θα αλλάξει


Αυτό φοβόμαστε
Μα ξέρουμε
Τα πάντα αλλάζουμε
Εμείς


Και πάλι πάνω στο s/s Cyrenia
Μέγα άγαλμα του πελάγους
Ανοίγουμε πανί, αφήνουμε τη μαΐστρα αλάργα

Τόσο αλάτι φάγαμε, ανοίξανε οι πληγές μας
Οι γαλέτες τελείωσαν πριν βγούμε στα ανοιχτά
Η μόνη δύναμή μας, η ελπίδα
Ότι θα βρούμε τα όνειρά μας πίσω από τη Fata Morgana



Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Femme Fatale

"The things that I want", by Max Payne
A smoke. 
A whiskey. 
For the sun to shine. 
I want to sleep to forget. 
To change the past. 
My wife and baby girl back. 
Unlimited ammo and a license to kill. 
Right then, more than anything, I wanted her.


   Την ερωτεύτηκες τελικά
      Αλλά δεν πειράζει, θα περάσει
         Όπως πέρασαν τόσες μπόρες πριν βγει ο έναστρος ουρανός




Έχω σημαντικότερα πράγματα να ασχοληθώ


Τι σημασία έχω εγώ για εμένα;

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Η ώρα να δράσεις

Keep your head up high

Κι αν είν' ο τάφος σου πολύ βαθύς
Χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς
Το ήξερες, το βλέπεις τώρα
Να δράσεις ήρθε η ώρα

Άσε τη νηνεμία και τη γαλήνη
Δεν είναι κουβάρι η ζωή, κανείς να μην τη λύνει
Πάλεψε με τη δική σου τάξη
Το αίτημά της να προτάξει

Άσε τη στενοχώρια πια
Και κάνε το βήμα μπρος
Μπροστά σου ορθώνεται η τάξη
Και πίσω ο χαμός



Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

The world is full of kings and queens

The world is my kingdom too and I'll feel what I like in me

Νόμιζα ότι ήσουν αλλιώς. Με απογοήτευσες πολύ, με στενοχώρησες λίγο
Κρίμα, θα τα έχουμε αυτά όμως, οπότε γιατί να στενοχωριέμαι;
Καλή ζωή



The world is full of kings and queens
Who blind your eyes and steal your dreams

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Αυταπάτες


Και για κάποιο λόγο δεν το περίμενα.
Δεν περίμενα ότι ο ήλιος ανατέλλει από τα δεξιά
Κι ότι το σκοτάδι ακολουθεί το μανδύα του και φεύγει
Όταν εσύ κοιτάς τον κρύο Βορρά.

Δεν περίμενα ότι θα έκανε τόσο κρύο
Για αυτό έβγαινα γυμνός στην παγωμένη αυλή
Όπου όλα είναι κρυστάλλινα και νεκρά.
Δεν ήξερα ότι αυτός θα ήταν ο άγγελος της νέμεσης μου.

Ή, μάλλον, το ήξερα.
Αλλά έκλεισα τα μάτια
Εκεί που έπρεπε να τα έχω ανοιχτά

Αλλά έκλεισα τα αυτιά
Στην κραυγή βοήθειας
Κι όχι στις σειρήνες του Οδυσσέα

Κι όταν με χρειάστηκαν περισσότερο από ποτέ
Ήμουν στο νησί της Καλυψώς
Κι ηδονισμένος από τις απολαύσεις
Ξέχασα τη γριά Πηνελόπη και το χρυσοΰφαντο σάβανό της

Κι όταν έτρεξα
Ο Άργος είχε ξεψυχήσει στην προβλήτα

Κι όταν σύρθηκα
Οι μνηστήρες άρπαξαν τα δικά μου πράγματα


Κι όταν δεν παλέψεις
Τα έχεις ήδη χάσει όλα