Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Fata Morgana

Βασίλισσα της σιωπής, πάρε με από εδώ

Κεφάλια σκυφτά και γέλια από μακρυά
Βλέμματα χαμηλά και δάκρυα φανερά
Ένα χαμόγελο αναζητώ
Αν φύγω θα τρελαθώ

Οι δρόμοι της άσπρης γιορτής
Λεωφόροι μιας πόλης νεκρής
Ψάχνουν τα βήματά σου
Να ζήσουν τα όνειρά σου

Ήσουν όντως εκεί; Ήταν μύθος
Από δίπλα όταν πνιγόμουν στο πλήθος;
Εσύ που μ' έκανες να ζήσω και να καώ
Από το θάνατο να ξεφύγω
   Και στη σκέψη σου να χαθώ;

Όλοι αυτοί με το βλέμμα ζυγιάζουν
Ο Αχιλλέας να φύγει φωνάζουν
Για μεθαύριο ζουν, στο σήμερα πεθαίνουν
Οι ελεύθεροι δούλοι στο κεφάλι πληθαίνουν


Να ζήσουν ξεχνούν οι οικτροί
Στης ματαιότητας την ακτή
Όταν μου λένε "στα όνειρα πάμε"
Στους απέραντους δρόμους τα σημάδια θυμάμαι

Χρόνια πολλά σε σένα
   Ναι, σε σένα, Μαργαρίτα

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

All flowers in time

Oh i am filth
And sing her
Into my thoughts
Oh phantom elusive thing, oh

Το μεγαλύτερο λάθος που έχουμε κάνει ως ανθρώπινο γένος
Είναι που πιστέψαμε ότι όλα είναι
Ανώτερα από τις δικές μας δυνάμεις


Για αυτό ό,τι καλό γίνεται
Το αποδίδουμε σε εξωγενείς παράγοντες
Κι αφαιρούμε τις δυνάμεις μας από την εξίσωση

Πίστεψέ με -
Τίποτα δεν είναι
Άνω ανθρωπίνων δυνάμεων


Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Steampunk Dreams

They were frightening in the darkness
They had rainbows in their eyes

Amidst the sandcastles
Ashes of the past
Deep below, in the eye of the tornado
Where eyes close and breath runs out fast

Is the steampunk city

A palace of clockworks and gears
Your dreams come alive
But also manifest your fears

An oasis of life in the land of dead

Sands of time blow me away to another land
There the dagger seals away whatever beasts there might lay
Under the sky of gears emotions overwhelm



Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Η καμπάνα


Ποιὸς ἦταν ποὺ κρέμασε (καὶ πότε;) πάνω ἀκριβῶς ἀπ᾿ τὸ τραπέζι
καταμεσὶς στὸ ταβάνι, αὐτὴ τὴ μαύρη καμπάνα; - πρὶν μῆνες; πρὶν χρόνια;
Σκυμμένοι στὸ πιάτο μας, δὲν τὴν εἴχαμε δεῖ. Ποτὲ δὲ σηκώσαμε
λίγο πιὸ πάνω τὸ κεφάλι, - ποιὸς ὁ λόγος ἄλλωστε; Μά, τώρα,
τὸ ξέρουμε· εἶναι ἐκεῖ, ἀμετάθετη. Ποιὸς τάχα τὴν πρωτό ῾δε; ποιὸς μᾶς τό ῾πε
ἀφοῦ κανείς μας δὲ μιλάει; Ἴσως, μιὰ νύχτα, ἀκολουθώντας τὸ ποτήρι,
στραγγίζοντας τὴν τελευταία σταγόνα τοῦ κρασιοῦ, μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ ἄδειο
θαμπωμένο ποτήρι, νὰ τὴν πῆρε τὸ μάτι μας. Σκύψαμε ἀμέσως
ἀκόμη πιὸ πολύ. Πεινᾶμε, δὲν πεινᾶμε, τρῶμε· περιμένοντας πάντα,
ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, ἕνα μεγάλο ἀόρατο χέρι νὰ χτυπήσει τὴν καμπάνα
ἐννέα ἢ δώδεκα φορὲς ἢ μία καὶ μόνη, ἀπέραντα μόνη, ἀπειθάρχητα μόνη,
ἐνῷ, ἀπὸ μέσα μας, μετρᾶμε κιόλας, μήπως συμπέσουμε τουλάχιστον στοὺς χτύπους
Γ. Ρίτσος

Κι αν η καμπάνα δε χτυπήσει;
Θα χτυπήσει
Πότε;
Αυτό δεν το ξέρω,
Σίγουρο είναι ότι χτυπάει
  


 Κι εσύ τι θα κάνεις;
   Πού θα πας όταν η καμπάνα χτυπήσει;

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Dance, dance, otherwise we're lost

Some people go into the stratosphere

Ξέχασες να γελάς;

   Να σου θυμίσω πώς γίνεται;

      Απλά δες τον εαυτό σου στον καθρέφτη


         Και χαμογέλα

            Όπως χαμογελώ

               Κι εγώ για σένα

                  Κι ας είμαι σε άγνωστη γη