Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Αποσπερίτης... κατά φαντασία

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

Smoke and Mirrors

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, με ένα ξύλινο κρεβάτι όπου φιλοξενούσε δύο άτομα. Στη γωνία, μία λάμπα θυέλλης έφεγγε αχνά το διάδρομο προς το υπόλοιπο σπίτι. Έκανε κρύο για την εποχή, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Αύγουστος στη Μόσχα είναι πολύ ζεστός. Ο Γκεόργκι κι η Ιβάνα Μπορίσωφ είχαν ξαπλώσει για το βραδινό τους ύπνο. Το ένα μάτι ανοιχτό, συνήθεια που απέκτησαν στο πρόσφατο, ταραγμένο παρελθόν. Στο δωμάτιο απέναντι από το δικό τους, ο γιος τους, Βλαντιμίρ, κοιμόταν στην κούνια του.
   Ξαφνικά, ένας θόρυβος ακούστηκε σιγά, σαν θρόισμα φύλλων στη Λίμνη του Πατριάρχη. «Ποιος είσαι εσύ;», ρώτησε  ο Γκεόργκι το μαυροφορεμένο ξένο στο δωμάτιό του. Έψαξε γύρω του για το όπλο, το θλιβερό κειμήλιο που του έμεινε από το στρατό. Ο πιο πιστός του φίλος, ο πιο κοντινός του σύντροφος από τον Κριμαϊκό Πόλεμο, στις μάχες ενάντια στους «εχθρούς».
   «Το όπλο σου δεν θα με βλάψει, οπότε δεν έχει σημασία να το ψάξεις. Δεν ήλθα για να σου κάνω κακό.»
   «Ποιος είσαι;»
   «Είμαι αυτός που ήλθε να μαζέψει όλα αυτά τα οποία σου δανείστηκαν. Αυτός που θα σε βοηθήσει να κάνεις τον απολογισμό. Είμαι ο Χρόνος.»
   «Ο Χρόνος; Χα!» αποκρίθηκε ο Γκεόργκι, μην πιστεύοντάς τον. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και έκανε νεύμα στον ξένο να τον ακολουθήσει στην κουζίνα. «Ο Χρόνος μας εγκατέλειψε εδώ και καιρό, ξένε. Η ζωή μας, εδώ και πολλά χρόνια, αυτό μαρτυρά. Τώρα φύγε, μην βρω τελικά το όπλο!»
   «Τι εννοείς “σας εγκατέλειψα”; Είμαι πάντα δίπλα σας».
   «Για τον πόλεμο στην Κριμαία μιλώ, ξένε, πριν πέντε χρόνια! Για τον πόλεμο που έληξε με τόσες καταστροφές! Τόσους νεκρούς! Τόσες διαλυμένες οικογένειες! Και γιατί; Για έναν Αλέξανδρο; Ο τσάρος μας παράτησε μετά τον πόλεμο». Κοίταξε πίσω του. «Αν ξυπνήσει η γυναίκα μου και σε δει θα τρομάξει πολύ».
   «Μην ανησυχείς. Κι οι δύο είμαστε αθόρυβοι στους άλλους. Όλη αυτή η συζήτηση λαμβάνει χώρα στο μυαλό σου, όπου κανείς δε μπορεί να κρυφακούσει.»
   Ο Γκεόργκι πήγε και κοίταξε τη γυναίκα του. Εκείνη κοιμόταν ατάραχα, όπως την άφησε. Κατάλαβε ποιος είναι ο ξένος, για ποιο λόγο ήλθε. Αναστέναξε βαριά. «Ήλθε η ώρα μου;», ρώτησε.
   «Ναι», αποκρίθηκε ο Χρόνος. «Παρολαυτά, πες μου τι σε βασανίζει τόσα χρόνια. Γιατί νομίζεις ότι σας εγκατέλειψα;»
   «Ήμουν εκεί. Ήμουν στον πόλεμο. Αχ, να μπορούσες να το αισθανόσουν, Χρόνε! Σε ένα δευτερόλεπτο, σε μία ανάσα, χάθηκαν αιώνες ζωής! Ό,τι χρειάστηκε χρόνια να χτιστεί, καταστράφηκε σε ένα πετάρισμα των βλεφάρων! Ήταν η στιγμή που εξολόθρευσε τους αιώνες, ήταν το ξαφνικό που διέλυσε το μόνιμο, και εκεί καταλάβαινες ότι μια στιγμή ζωής άξιζε όσο όλα τα χρόνια που δεν κατορθώσαμε να εκμεταλλευτούμε.» Τα μάτια του δάκρυσαν, ένα ρυάκι ξεκίνησε από τη γωνία του ματιού. Δεν το σκούπισε. Η σταγόνα έπεσε απαλά στο πάτωμα. «Κι για σένα που ήσουν εκεί, πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη στιγμή σου, φαντάζομαι.»
   «Κάνεις λάθος. Δεν είμαι αγγελιοφόρος θανάτου, δεν είμαι αυτός που καθορίζει το τέλος της ζωής. Υπάρχω αιώνια, πριν και μετά από τη ζωή.»
   «Το ξέρω.
Μα, πώς μετράς τη ζωή;  Με ώρες, χρόνια; Αιώνες, ίσως; Όλα αυτά είναι αυθαιρεσίες του ανθρώπου, απέλπιδες προσπάθειες να μετρήσει πόσο έχει μέχρι να κοπεί το νήμα του. Αυθαίρετες μετρήσεις, αυθαίρετες κατατμήσεις… αυθαίρετες πράξεις μιας αυθαίρετης ζωής.»
   «Δεν θεωρείς ότι εσύ καθορίζεις τη ζωή σου;»
   «Όχι, Χρόνε, δεν καθορίζουμε εμείς τη ζωή μας. Ερχόμαστε σε αυτή τη ζωή χωρίς να το θέλουμε, και φεύγουμε χωρίς να το επιζητούμε. Δεν ξέρω αν το πρόσεξες, αλλά και στις δύο περιπτώσεις κλαίμε. Τα δάκρυα που χύνουμε στη αρχή και το τέλος, όμως, δεν ανέρχονται στο πόσα δάκρυα ρίχνουμε στη διάρκεια ανάμεσά τους, ούτε κατά διάνοια. Πόσες φορές πενθήσαμε τους αγαπημένους μας; Πόσες φορές κλάψαμε για τους ζωντανούς; Πόσα… πόσα τραύματα έχουμε πάνω μας, είτε φαίνονται είτε όχι; Τα επιλέξαμε όλα αυτά; Μόνοι μας, τα διαλέξαμε να μας συντροφεύουν; Όχι, Χρόνε, δεν καθορίζουμε εμείς τη ζωή μας. Κάποιος μας έπλασε από το χώμα, κάποιος θα μας ξαναβάλει εκεί, και στο ενδιάμεσο παθαίνουμε περισσότερα από όσα κάνουμε. Εσύ, που μας ακολουθείς σε κάθε βήμα, που μετράς στη ζυγαριά τις επιλογές μας, εσύ που βρίσκεσαι μέσα στη σκιά που αφήνουμε πίσω μας, καθοδηγούμενοι από ένα δανεικό φως, εσύ θεωρείς ότι τη ζωή μας την καθορίζουμε;» Άρχισε να κλαίει εντονότερα, τα δάκρυα που έπεφταν στο πάτωμα θύμιζαν τη συχνότητα με την οποία έπεφταν οι σταγόνες από τη χαλασμένη βρύση. «Όχι, Χρόνε, δεν καθορίζουμε εμείς τη ζωή μας.»
   «
Κι όμως» είπε ο Χρόνος σε σιγανή αλλά σταθερή φωνή, μια φωνή που φάνταζε μακριά από συναισθήματα, μακριά από την καθημερινή αγωνία μιας ζωής, από τις τύψεις των ανθρώπων που δεν χόρτασαν τη ζωή τους όπως ήθελαν. «Ακριβώς αυτό, τη γέννησή σου και το θάνατό σου δεν τα καθορίζεις. Έχεις, όμως, μπροστά σου όλη τη διάρκεια από το ένα προς το άλλο, να διαλέξεις ποιος θέλεις να είσαι. Μη μου λες ότι δεν έχεις ευθύνη στο πώς ζεις, στο πώς δρας καθημερινά. Ναι, η σκακιέρα είναι στημένη! Οι κινήσεις, όμως, είναι δικές σου, είτε είναι καλές είτε κακές.» Κοίταξε τον άνθρωπο μπροστά του με θλίψη, γιατί τώρα, στο απόγιομα της ζωής του, μάθαινε πώς έπρεπε να ζει. «Ο χρόνος σου έρχεται στη σωστή του θέση, για το σωστό λόγο και με το σωστό τρόπο.»
   «Το ξέρω», αποκρίθηκε ο Γκεόργκι με ένα πικρό χαμόγελο. «Ξέρω ότι η δική μου ζωή, όπως και κανενός, δεν επηρεάζει εσένα. Έτσι κι ο θάνατος ενός,  ή δύο, ή πολλών, δε θα ανακόψει την πορεία σου. Ερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο κλαίγοντας και κλωτσώντας, βίαιοι κι ασταθείς. Πολλές φορές φεύγουμε με τον ίδιο τρόπο». Αναστέναξε, τα μάτια του ήταν και πάλι στεγνά.
«Θα ήθελα, όμως, να δω αυτόν που φεύγει, όχι πλήρης ημερών, αλλά με πλήρεις ημέρες». Κοίταξε το διάδρομο, όπως τον φώτιζε η λάμπα θυέλλης, με αυτό το γλυκό κίτρινο φως. Είδε, στο βάθος, το δωμάτιο του παιδιού του. «Μου επιτρέπεις να κάνω κάτι τελευταίο;»
   «Ελεύθερα».
   Σηκώθηκε και πήγε πάνω από την κούνια του γιου του. Το μωρό κοιμόταν ήσυχο, ονειρευόταν. Το κοιτούσε για ώρα με στοργή. Τελικά, άφησε στην αγκαλιά του ένα ποίημα που του τραγουδούσε για να κοιμηθεί:


Ο χρόνος τρέχει
Τρέχει τόσο γρήγορα
Που δεν καταλαβαίνεις
Τα χρόνια που περνούν

Κι εσύ μεγαλώνεις
Κατάφερες τα όνειρά σου;
Πήραν κι αυτά τη θέση τους
Στην πορεία του χρόνου;

Μην ανυπομονείς για το μέλλον
Μην ζεις για το παρελθόν
Ζήσε την κάθε μέρα
Γιατί η ζωή προχωρά γρήγορα

Ο τροχός του Χρόνου
Γυρίζει πάλι απόψε
Για πάντα αποφασίζει
Τη μοίρα μας
Ο τροχός του Χρόνου
Γυρίζει πάλι απόψε
Χωρίς αιτία ή ρυθμό
Τα χέρια του σε παραλαμβάνουν από τα δικά μου

   Το φίλησε μέτωπο και το σκέπασε με φροντίδα. Το κοίταξε μια τελευταία φορά, τον καρπό των προσπαθειών του για μια όμορφη ζωή σε άσχημες συνθήκες.
   «Είμαι έτοιμος», είπε στο Χρόνο που τον παρακολουθούσε.
   «Ωραία. Πιάσε το χέρι μου».
   Το έπιασε.
«Όλοι παραπονιούνται πως η ζωή είναι πολύ μικρή, ένα παιχνίδισμα του φωτός στη σκοτεινή κίνησή σου. Τη στιγμή του θανάτου μας, κάθε κλάσμα ζωής, κάθε κομμάτι της ύπαρξής μας, διαρκεί όσο το τέλος του κόσμου. Η ζωή τότε είναι πολύ μεγάλη για να χωρέσει κάθε είδους αυθαίρετη τομή που κάνουμε. Έτσι τελειώνει ο χρόνος μας, δανεικός όπως είναι: Όχι με κρότο, αλλά με κλαυθμό.» Και έφυγε από αυτή τη ζωή.
  
Την επόμενη μέρα, η Ιβάνα βρήκε τον άνδρα της ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Τον άγγιξε για να τον ξυπνήσει, και είδε πως ήταν κρύος. Αλαφιασμένη, σκέφτηκε ότι κάποιος μπήκε μέσα στη νύχτα και τον σκότωσε, εξαιτίας του πολέμου. Με έναν τρόμο έτρεξε να δει το παιδί της, αν ήταν σώο. Το βρήκε να κοιμάται γαλήνια, με το χεράκι του να αγκαλιάζει ένα κομμάτι χαρτί.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου